Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐγκαταμεμιγμένως
ἐγκαταμένω
ἐγκατάμιξις
ἐγκαταναίω
ἐγκατανέμω
ἐγκαταντλέω
ἐγκάταντλμσις
ἐγκατανωτίζομαι
ἐγκατάξηρος
ἐγκαταπαίζω
ἐγκαταπήγνυμι
ἐγκαταπίμπρημι
ἐγκαταπίνομαι
ἐγκαταπίπτω
ἐγκαταπλέκω
ἐγκαταπνίγω
ἐγκατάποσις
ἐγκαταριθμέω
ἐγκαταρράπτω
ἐγκατασβέννυμι
ἐγκατασήπομαι
View word page
ἐγκαταπήγνυμι
to thrust firmly in
ShortDef
to thrust firmly in
Debugging
Headword:
ἐγκαταπήγνυμι
Headword (normalized):
ἐγκαταπήγνυμι
Headword (normalized/stripped):
εγκαταπηγνυμι
Intro Text:
to thrust firmly in
IDX:
25676
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25677
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to thrust firmly in" }