Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐγκαταδαρθάνω
ἐγκαταδέω
ἐγκαταδύνω
ἐγκαταζεύγνυμι
ἐγκαταθνῄσκω
ἐγκατακαίω
ἐγκατάκειμαι
ἐγκατακενόω
ἐγκατάκλεισις
ἐγκατάκλειστος
ἐγκατακλείω
ἐγκατακλίνω
ἐγκατακλώθω
ἐγκατακνακομιγής
ἐγκατακοιμάομαι
ἐγκατακρούω
ἐγκατακρύπτω
ἐγκαταλαμβάνω
ἐγκαταλέγω
ἐγκατάλειμμα
ἐγκαταλείπω
View word page
ἐγκατακλείω
shut up in, enclose
ShortDef
shut up in, enclose
Debugging
Headword:
ἐγκατακλείω
Headword (normalized):
ἐγκατακλείω
Headword (normalized/stripped):
εγκατακλειω
Intro Text:
shut up in, enclose
IDX:
25647
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25648
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "shut up in, enclose" }