Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἐγκάνθιος
ἐγκανθίς
ἐγκαπῆ
ἐγκάπτω
ἐγκάρδιος
ἔγκαρος
ἐγκάρπιος
ἔγκαρπος
ἐγκάρπωσις
ἐγκάρσιος
ἐγκαρτερέω
ἐγκάς
ἔγκατα
ἐγκαταβαίνω
ἐγκαταβάλλω
ἐγκαταβιόω
ἐγκαταβρέχω
ἐγκαταβυσσόομαι
ἐγκαταγηράσκω
ἐγκατάγομαι
ἐγκαταγράφω
View word page
ἐγκαρτερέω
to persevere

ShortDef

to persevere

Debugging

Headword:
ἐγκαρτερέω
Headword (normalized):
ἐγκαρτερέω
Headword (normalized/stripped):
εγκαρτερεω
IDX:
25625
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25626
Key:

Data

{'content': 'to persevere'}