Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἑβδομηκονθεβδόμαδος
ἑβδομηκόνθεκτος
ἑβδομήκοντα
ἑβδομηκοντάβιβλος
ἑβδομηκοντακαιεκατονταπλασίων
ἑβδομηκοντάκις
ἑβδομηκοντάπηχυς
ἑβδομηκοντάρουρος
ἑβδομηκοντάς
ἑβδομηκονταστάδιος
ἑβδομηκοντούτης
ἑβδομηκοστόδυος
ἑβδομηκοστόμονος
ἑβδομηκοστόπεμπτος
ἑβδομηκοστός
ἑβδομηκοστότριτος
ἕβδομος
ἐβένινος
ἔβενος
Ἑβραϊκός
Ἑβραῖος
View word page
ἑβδομηκοντούτης
seventy years old
ShortDef
seventy years old
Debugging
Headword:
ἑβδομηκοντούτης
Headword (normalized):
ἑβδομηκοντούτης
Headword (normalized/stripped):
εβδομηκοντουτης
Intro Text:
seventy years old
IDX:
25464
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25465
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "seventy years old" }