Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐατέος
ἑαυτότης
ἑαυτοῦ
ἑάφθη
ἐάω
ἑβδομαγενής
ἑβδομαγέτης
ἑβδομαδικός
ἑβδομάζω
ἑβδομαῖος
ἑβδομάκις
ἑβδομάς
ἑβδόματος
ἑβδόμειος
ἑβδομεύομαι
ἑβδομηκονθεβδόμαδος
ἑβδομηκόνθεκτος
ἑβδομήκοντα
ἑβδομηκοντάβιβλος
ἑβδομηκοντακαιεκατονταπλασίων
ἑβδομηκοντάκις
View word page
ἑβδομάκις
seven times
ShortDef
seven times
Debugging
Headword:
ἑβδομάκις
Headword (normalized):
ἑβδομάκις
Headword (normalized/stripped):
εβδομακις
Intro Text:
seven times
IDX:
25449
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25450
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "seven times" }