Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
δωδεκαστάσιος
δωδεκάστεγος
δωδεκάστολος
δωδεκάστυλος
δωδεκασύλλαβος
δωδεκαταῖος
δωδεκατημόριον
δωδέκατος
δωδεκάτροπος
δωδεκαφόρος
δωδεκάφυλλος
δωδεκάφυλος
δωδεκάχορδος
δωδεκάχους
δωδεκαχῶς
δωδεκάωρος
δωδεκέτης
δωδεκεύς
δωδεκήμερος
δωδεκήρης
δωδεκόμφαλος
View word page
δωδεκάφυλλος
with twelve petals
ShortDef
with twelve petals
Debugging
Headword:
δωδεκάφυλλος
Headword (normalized):
δωδεκάφυλλος
Headword (normalized/stripped):
δωδεκαφυλλος
Intro Text:
with twelve petals
IDX:
25342
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25343
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "with twelve petals" }