Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
δώδεκα
δωδεκαακτιονίκης
δωδεκάβοιος
δωδεκάβωμος
δωδεκάγναμπτος
δωδεκάγωνον
δωδεκαδάκτυλος
δωδεκάδαρχος
δωδεκάδραχμος
δωδεκάδρομος
δωδεκάδωρος
δωδεκάεδρον
δωδεκάεδρος
δωδεκάεθλος
δωδεκαετηρίς
δωδεκαετής
δωδεκαετία
δωδεκαζῴδιος
δωδεκαήμερος
δωδεκάθεος
δωδεκάκις
View word page
δωδεκάδωρος
twelve palms long
ShortDef
twelve palms long
Debugging
Headword:
δωδεκάδωρος
Headword (normalized):
δωδεκάδωρος
Headword (normalized/stripped):
δωδεκαδωρος
Intro Text:
twelve palms long
IDX:
25295
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25296
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "twelve palms long" }