Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
δύσφορτος
δυσφράδεια
δύσφρακτος
δύσφραστος
δυσφροίμιον
δυσφρόνα
δυσφρόνη
δυσφρόνως
δυσφροσύνη
δύσφρων
δυσφυής
δυσφυΐα
δυσφύλακτος
δυσφωνία
δύσφωνος
δυσχαλίνωτος
δυσχάριστος
δυσχειμερινός
δυσχείμερος
δυσχείμων
δυσχείρωμα
View word page
δυσφυής
germinating tardily
ShortDef
germinating tardily
Debugging
Headword:
δυσφυής
Headword (normalized):
δυσφυής
Headword (normalized/stripped):
δυσφυης
Intro Text:
germinating tardily
IDX:
25206
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25207
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "germinating tardily" }