Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀκαθαρτίζομαι
ἀκάθαρτος
ἀκαθεκτέομαι
ἀκάθεκτος
ἀκαθήκουσα
ἀκαθοσίωτος
ἀκαθυπερτέρητος
ἀκαθυστέρητος
ἄκαινα
ἀκαινοτόμητος
ἀκαιρεύομαι
ἀκαιρέω
ἀκαιρία
ἀκαίριμος
ἀκαίριος
ἀκαιρόγελως
ἀκαιρολόγος
ἀκαιροπαρρησία
ἀκαιροπαρρησιαστής
ἄκαιρος
ἀκακαλίς
View word page
ἀκαιρεύομαι
behave unseasonably
ShortDef
behave unseasonably
Debugging
Headword:
ἀκαιρεύομαι
Headword (normalized):
ἀκαιρεύομαι
Headword (normalized/stripped):
ακαιρευομαι
Intro Text:
behave unseasonably
IDX:
2508
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-2509
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "behave unseasonably" }