Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
αἰωρητέον
αἰωρητός
ἀκᾷ
ἀκᾶ
Ἀκαδημαϊκός
Ἀκαδήμεια
ἀκαθαίρετος
ἀκαθαρσία
ἀκαθαρτίζομαι
ἀκάθαρτος
ἀκαθεκτέομαι
ἀκάθεκτος
ἀκαθήκουσα
ἀκαθοσίωτος
ἀκαθυπερτέρητος
ἀκαθυστέρητος
ἄκαινα
ἀκαινοτόμητος
ἀκαιρεύομαι
ἀκαιρέω
ἀκαιρία
View word page
ἀκαθεκτέομαι
to be unoccupied
ShortDef
to be unoccupied
Debugging
Headword:
ἀκαθεκτέομαι
Headword (normalized):
ἀκαθεκτέομαι
Headword (normalized/stripped):
ακαθεκτεομαι
Intro Text:
to be unoccupied
IDX:
2500
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-2501
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be unoccupied" }