Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
αἰωρέω
αἰώρημα
αἰώρησις
αἰωρητέον
αἰωρητός
ἀκᾷ
ἀκᾶ
Ἀκαδημαϊκός
Ἀκαδήμεια
ἀκαθαίρετος
ἀκαθαρσία
ἀκαθαρτίζομαι
ἀκάθαρτος
ἀκαθεκτέομαι
ἀκάθεκτος
ἀκαθήκουσα
ἀκαθοσίωτος
ἀκαθυπερτέρητος
ἀκαθυστέρητος
ἄκαινα
ἀκαινοτόμητος
View word page
ἀκαθαρσία
uncleanness, impurity
ShortDef
uncleanness, impurity
Debugging
Headword:
ἀκαθαρσία
Headword (normalized):
ἀκαθαρσία
Headword (normalized/stripped):
ακαθαρσια
Intro Text:
uncleanness, impurity
IDX:
2497
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-2498
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "uncleanness, impurity" }