Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

δορκαδίζω
δορκάδιον
δορκαλίς
δόρκανα
δορκάς
δόρκειος
δόρκων
δοροεργής
δορός
δορόω
δορπέω
δορπήϊον
δορπηστός
Δορπία
δορπιάζω
δόρπιος
δόρπον
δορποφόρος
δόρυ
δορυβόλος
δορύδιον
View word page
δορπέω
to take supper

ShortDef

to take supper

Debugging

Headword:
δορπέω
Headword (normalized):
δορπέω
Headword (normalized/stripped):
δορπεω
IDX:
23905
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-23906
Key:

Data

{'content': 'to take supper'}