Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
αἰσχρήμων
αἰσχρόγελως
αἰσχροδιδάκτης
αἰσχροεπέω
αἰσχροεπής
αἰσχροκέρδεια
αἰσχροκερδέω
αἰσχροκερδής
αἰσχρολογέω
αἰσχρολογία
αἰσχρολόγος
αἰσχρολοιχός
αἰσχρόμητις
αἰσχροπαθής
αἰσχροποιέω
αἰσχροποιΐα
αἰσχροποιός
αἰσχροπραγέω
αἰσχροπρεπής
αἰσχροπρόσωπος
αἰσχρός
View word page
αἰσχρολόγος
foul-mouthed
ShortDef
foul-mouthed
Debugging
Headword:
αἰσχρολόγος
Headword (normalized):
αἰσχρολόγος
Headword (normalized/stripped):
αισχρολογος
Intro Text:
foul-mouthed
IDX:
2385
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-2386
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "foul-mouthed" }