Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
αἶσχος
αἰσχρήμων
αἰσχρόγελως
αἰσχροδιδάκτης
αἰσχροεπέω
αἰσχροεπής
αἰσχροκέρδεια
αἰσχροκερδέω
αἰσχροκερδής
αἰσχρολογέω
αἰσχρολογία
αἰσχρολόγος
αἰσχρολοιχός
αἰσχρόμητις
αἰσχροπαθής
αἰσχροποιέω
αἰσχροποιΐα
αἰσχροποιός
αἰσχροπραγέω
αἰσχροπρεπής
αἰσχροπρόσωπος
View word page
αἰσχρολογία
foul language, abuse
ShortDef
foul language, abuse
Debugging
Headword:
αἰσχρολογία
Headword (normalized):
αἰσχρολογία
Headword (normalized/stripped):
αισχρολογια
Intro Text:
foul language, abuse
IDX:
2384
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-2385
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "foul language, abuse" }