Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διρρυμία
δίρρυμος
δίς
δίσαβος
δισάκκιον
δισάρπαγος
δισεβδομηκοντάπηχυς
δισέβδομος
δισέκγονοι
δισεξάδελφος
δίσευνος
δίσημος
δισθανής
δισιτέομαι
δισκεύς
δισκευτής
δισκεύω
δισκέω
δίσκημα
δίσκηπτρος
δισκοβολέω
View word page
δίσευνος
with two wives
ShortDef
with two wives
Debugging
Headword:
δίσευνος
Headword (normalized):
δίσευνος
Headword (normalized/stripped):
δισευνος
Intro Text:
with two wives
IDX:
23361
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-23362
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "with two wives" }