Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διότιπερ
Διοτρέφης
διοτρεφής
Διοτρόφος
διούγκιον
διουργέω
διουρέω
διουρητικός
διουρίζω
διοχετεία
διοχετεύω
διοχεύομαι
διοχή
διοχλέω
διόχλησις
διοχλίζω
δίοψις
δίπαις
διπάλαιστος
δίπαλτος
δίπελμος
View word page
διοχετεύω
furnish with channels
ShortDef
furnish with channels
Debugging
Headword:
διοχετεύω
Headword (normalized):
διοχετεύω
Headword (normalized/stripped):
διοχετευω
Intro Text:
furnish with channels
IDX:
23263
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-23264
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "furnish with channels" }