Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διορκίζω
διορκισμός
διορμάομαι
διόρνυμαι
διόρνυμι
δίορος
διορόω
διόρυγμα
διορυκτρὶς
διόρυξις
διορύσσω
διορυχή
διορχέομαι
διόρωσις
δῖος
Δῖος
Δῖος2
διόσανθος
Διοσαταβυριασταί
διοσβάλανος
διόσδοτος
View word page
διορύσσω
to dig through
ShortDef
to dig through
Debugging
Headword:
διορύσσω
Headword (normalized):
διορύσσω
Headword (normalized/stripped):
διορυσσω
Intro Text:
to dig through
IDX:
23227
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-23228
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to dig through" }