Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διονομάζω
διόνυξ
Διονυσαλέξανδρος
Διονύσια
Διονυσιάζω
Διονυσιακός
Διονυσιασταί
Διονύσιον
Διονύσιος
Διονυσίσκος
Διονυσοδότης
Διονυσόδωρος
Διονυσοκόλακες
Διονυσομανέω
Διονυσονυμφάς
Διονυσοπλάτων
Διόνυσος
διόνυχος
Διόπαις
Διόπαν
Διοπείθης
View word page
Διονυσοδότης
bestower of Dionysus
ShortDef
bestower of Dionysus
Debugging
Headword:
Διονυσοδότης
Headword (normalized):
διονυσοδότης
Headword (normalized/stripped):
διονυσοδοτης
Intro Text:
bestower of Dionysus
IDX:
23162
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-23163
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "bestower of Dionysus" }