Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διογενισμός
διογκόω
διογκύλλομαι
διόγκωσις
διόγνητος
Διόγνητος
διοδεία
διοδεύω
διοδία
διόδιον
διοδοιπορέω
δίοδος
Διόδοτος
διόδους
Διόδωρος
διοζόομαι
δίοζος
Διόθεν
Δῖοι
διοίγνυμι
διοίγω
View word page
διοδοιπορέω
make one’s way through
ShortDef
make one’s way through
Debugging
Headword:
διοδοιπορέω
Headword (normalized):
διοδοιπορέω
Headword (normalized/stripped):
διοδοιπορεω
Intro Text:
make one’s way through
IDX:
23088
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-23089
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "make one’s way through" }