Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διϊδρόω
διΐημι
διιθύνω
διϊκμάζω
διϊκμάω
διϊκνέομαι
δίϊξις
Δίϊος
διιπετής
διιπετής2
διϊππασία
διΐππευσις
διϊππεύω
διϊσθμίζω
διϊστέον
διιστέος
διΐστημι
διϊστορέω
διϊσχάνω
διϊσχναίνω
διϊσχυριείω
View word page
διϊππασία
riding through
ShortDef
riding through
Debugging
Headword:
διϊππασία
Headword (normalized):
διϊππασία
Headword (normalized/stripped):
διιππασια
Intro Text:
riding through
IDX:
22821
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22822
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "riding through" }