Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διθυραμβικός
διθυραμβογενής
διθυραμβογράφος
διθυραμβοδιδάσκαλος
διθυραμβοποιητική
διθυραμβοποιός
διθύραμβος
διθυραμβοχώνα
διθυραμβώδης
δίθυρος
δίθυρσον
διίαμβος
δίϊδρος
διϊδρόω
διΐημι
διιθύνω
διϊκμάζω
διϊκμάω
διϊκνέομαι
δίϊξις
Δίϊος
View word page
δίθυρσον
a double thyrsus
ShortDef
a double thyrsus
Debugging
Headword:
δίθυρσον
Headword (normalized):
δίθυρσον
Headword (normalized/stripped):
διθυρσον
Intro Text:
a double thyrsus
IDX:
22808
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22809
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a double thyrsus" }