Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διερμηνευτέον
διερμηνευτής
διερμηνευτικός
διερμηνεύω
διέρομαι
διερός
διέρπω
διερριμμένως
δίερσις
διέρυθρος
διερύκω
διέρχομαι
διερῶ
διερωτάω
διερωτητέον
διεσθίω
διεσιαῖος
δίεσις
διεσκεμμένως
διεσμιλευμένως
διεσπαρμένως
View word page
διερύκω
to keep off, to hinder
ShortDef
to keep off, to hinder
Debugging
Headword:
διερύκω
Headword (normalized):
διερύκω
Headword (normalized/stripped):
διερυκω
Intro Text:
to keep off, to hinder
IDX:
22687
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22688
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to keep off, to hinder" }