Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διεξαμείβομαι
διεξάνθημα
διεξανθίζω
διεξανίσταμαι
διεξανύω
διεξαρκέω
διεξαρτάομαι
διέξειμι
διεξελαύνω
διεξελέγχω
διεξελίσσω
διεξεργάζομαι
διεξερέομαι
διεξερευνάω
διεξέρπω
διεξερύγησις
διεξέρχομαι
διεξίημι
διεξικνέομαι
διεξιππάζομαι
διεξιτέον
View word page
διεξελίσσω
to unroll, untie
ShortDef
to unroll, untie
Debugging
Headword:
διεξελίσσω
Headword (normalized):
διεξελίσσω
Headword (normalized/stripped):
διεξελισσω
Intro Text:
to unroll, untie
IDX:
22628
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22629
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to unroll, untie" }