Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

διέκπτωσις
διεκρέω
διέκροος
διεκσεύω
διεκτείνω
διεκτελέω
διεκτέλλω
διεκτέμνω
διεκτρέχω
διέκτρησις
διεκτυλόω
διεκτύλωσις
διεκφεύγω
διεκφύω
διέλασις
διελαύνω
διελεγκτέον
διελέγχω
διελευθερόω
διέλευσις
διελινύω
View word page
διεκτυλόω
remove a callus

ShortDef

remove a callus

Debugging

Headword:
διεκτυλόω
Headword (normalized):
διεκτυλόω
Headword (normalized/stripped):
διεκτυλοω
IDX:
22578
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22579
Key:

Data

{'content': 'remove a callus'}