Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διεκλαμβάνω
διεκλάμπω
διεκλανθάνομαι
διεκλύω
διεκμηρύομαι
διεκμυζάω
διεκνέομαι
διεκπαίω
διέκπαυσις
διεκπεραίνω
διεκπεραιόομαι
διεκπεράω
διεκπηδάω
διεκπίπτω
διεκπλέω
διέκπλοος
διεκπνέω
διεκπνοή
διεκπονέω
διεκπορεύομαι
διεκπτύω
View word page
διεκπεραιόομαι
pass out through
ShortDef
pass out through
Debugging
Headword:
διεκπεραιόομαι
Headword (normalized):
διεκπεραιόομαι
Headword (normalized/stripped):
διεκπεραιοομαι
Intro Text:
pass out through
IDX:
22557
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22558
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "pass out through" }