Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διεκβάλλω
διεκβλητέον
διεκβολή
διεκβόλιον
διεκδικέω
διεκδικητής
διεκδρομή
διεκδύομαι
διέκδυσις
διεκθέω
διεκθρώσκω
διεκκύπτω
διεκλαμβάνω
διεκλάμπω
διεκλανθάνομαι
διεκλύω
διεκμηρύομαι
διεκμυζάω
διεκνέομαι
διεκπαίω
διέκπαυσις
View word page
διεκθρώσκω
leap through
ShortDef
leap through
Debugging
Headword:
διεκθρώσκω
Headword (normalized):
διεκθρώσκω
Headword (normalized/stripped):
διεκθρωσκω
Intro Text:
leap through
IDX:
22545
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22546
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "leap through" }