Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διείρω
διειρωνόξενος
διεισδύνω
διείσδυσις
διεισέρχομαι
διέκ
διεκβαίνω
διεκβάλλω
διεκβλητέον
διεκβολή
διεκβόλιον
διεκδικέω
διεκδικητής
διεκδρομή
διεκδύομαι
διέκδυσις
διεκθέω
διεκθρώσκω
διεκκύπτω
διεκλαμβάνω
διεκλάμπω
View word page
διεκβόλιον
medicine to eject a dead foetus
ShortDef
medicine to eject a dead foetus
Debugging
Headword:
διεκβόλιον
Headword (normalized):
διεκβόλιον
Headword (normalized/stripped):
διεκβολιον
IDX:
22538
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22539
Key:
Data
{'content': 'medicine to eject a dead foetus'}