Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διαυθεντέω
διαυλέω
διαυλία
διαυλικός
διαύλιον
διαυλοδρόμας
διαυλοδρομέω
διαυλοδρόμης
διαυλοδρομία
διαυλοδρόμος
δίαυλος
διαυλωνία
διαυλωνίζω
διαυλωνισμός
διαυξάνω
διαυχενίζομαι
διαυχένιος
διαφαγεῖν
διαφάδην
διαφαίνομαι
διαφαίνω
View word page
δίαυλος
double pipe; double course (two stades)
ShortDef
double pipe; double course (two stades)
Debugging
Headword:
δίαυλος
Headword (normalized):
δίαυλος
Headword (normalized/stripped):
διαυλος
Intro Text:
double pipe; double course (two stades)
IDX:
22270
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22271
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "double pipe; double course (two stades)" }