Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

διάτμημα
διατμητέον
διατμίζω
διάτοιχος
διατομή
διατόναιον
διατονόομαι
διάτονος
διατοξεία
διατοξεύσιμος
διατοξεύω
διατόρευμα
διατορεύω
διατορέω
διατορία
διατορνεύω
διάτορος
διατρανόω
διατρανῶς
διατραχηλίζομαι
διατραχύνω
View word page
διατοξεύω
to shoot through

ShortDef

to shoot through

Debugging

Headword:
διατοξεύω
Headword (normalized):
διατοξεύω
Headword (normalized/stripped):
διατοξευω
IDX:
22202
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22203
Key:

Data

{'content': 'to shoot through'}