Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

διασφάττω
διασφενδονάω
διασφηκόομαι
διασφηνόω
διασφήνωσις
διασφίγγω
διασφιγκτέον
διάσφιγξις
διασφραγίζομαι
διασφυδόω
διάσφυξις
διασχάζω
διασχηματίζω
διασχημάτισις
διασχιδής
διασχίζω
διασχίς
διάσχισις
διάσχισμα
διασχισμός
διασχοινίζω
View word page
διάσφυξις
pulsation

ShortDef

pulsation

Debugging

Headword:
διάσφυξις
Headword (normalized):
διάσφυξις
Headword (normalized/stripped):
διασφυξις
IDX:
22119
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22120
Key:

Data

{'content': 'pulsation'}