Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διαστείβω
διαστείχω
διαστέλλω
διάστενος
διάστερος
διάστημα
διαστηματικός
διαστηρίζω
Διαστί
διαστιγμή
διαστίζω
διαστικτέον
διαστίκτης
διαστίλβω
διάστιξις
διαστοιβάζω
διαστοιχίζομαι
διαστολεύς
διαστολή
διαστολικόν
διάστολον
View word page
διαστίζω
distinguish by a mark, punctuate
ShortDef
distinguish by a mark, punctuate
Debugging
Headword:
διαστίζω
Headword (normalized):
διαστίζω
Headword (normalized/stripped):
διαστιζω
Intro Text:
distinguish by a mark, punctuate
IDX:
22060
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22061
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "distinguish by a mark, punctuate" }