Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διασμήχω
διασμιλεύω
διάσμυρνον
διασμύχομαι
διασοβέω
διασόβησις
διασοφίζομαι
διάσοφος
διασπαθάω
διασπαρακτός
διασπαράσσω
διάσπασις
διάσπασμα
διασπασμός
διασπαστέον
διάσπαστος
διασπάω
διασπείρω
διασπεύδω
διάσπιλος
διασπλεκόω
View word page
διασπαράσσω
to rend in sunder
ShortDef
to rend in sunder
Debugging
Headword:
διασπαράσσω
Headword (normalized):
διασπαράσσω
Headword (normalized/stripped):
διασπαρασσω
Intro Text:
to rend in sunder
IDX:
22020
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22021
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to rend in sunder" }