Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διασκορπίζω
διασκόρπισις
διασκορπισμός
διασκορπιστικός
διασκώπτω
δίασμα
διασμάω
διασμήχω
διασμιλεύω
διάσμυρνον
διασμύχομαι
διασοβέω
διασόβησις
διασοφίζομαι
διάσοφος
διασπαθάω
διασπαρακτός
διασπαράσσω
διάσπασις
διάσπασμα
διασπασμός
View word page
διασμύχομαι
smoulder
ShortDef
smoulder
Debugging
Headword:
διασμύχομαι
Headword (normalized):
διασμύχομαι
Headword (normalized/stripped):
διασμυχομαι
Intro Text:
smoulder
IDX:
22013
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-22014
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "smoulder" }