Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διάσκεμμα
διασκεπάζω
διασκεπτέον
διασκεπτικός
διασκέπτομαι
διασκευάζω
διασκευαστής
διασκευαστικός
διασκευή
διασκευωρέω
διάσκεψις
διασκέω
διασκηνέω
διασκηνητέον
διασκηνίπτω
διασκηνόω
διασκηρίπτω
διασκιρτάω
διασκοπέω
διασκοπιάομαι
διασκορπίζω
View word page
διάσκεψις
inspection, examination
ShortDef
inspection, examination
Debugging
Headword:
διάσκεψις
Headword (normalized):
διάσκεψις
Headword (normalized/stripped):
διασκεψις
Intro Text:
inspection, examination
IDX:
21993
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-21994
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "inspection, examination" }