Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διασκεδαστικός
διασκελίζομαι
διάσκεμμα
διασκεπάζω
διασκεπτέον
διασκεπτικός
διασκέπτομαι
διασκευάζω
διασκευαστής
διασκευαστικός
διασκευή
διασκευωρέω
διάσκεψις
διασκέω
διασκηνέω
διασκηνητέον
διασκηνίπτω
διασκηνόω
διασκηρίπτω
διασκιρτάω
διασκοπέω
View word page
διασκευή
construction
ShortDef
construction
Debugging
Headword:
διασκευή
Headword (normalized):
διασκευή
Headword (normalized/stripped):
διασκευη
Intro Text:
construction
IDX:
21991
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-21992
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "construction" }