Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διαπιδύω
διαπιέζω
διαπιθανεύομαι
διαπικραίνομαι
διάπικρος
διαπίμελος
διαπίμπλημι
διαπίμπρημι
διαπίνω
διαπιπράσκω
διαπίπτω
διαπιστεύω
διαπιστέω
διαπίτναμι
διαπλανάω
διάπλασις
διάπλασμα
διαπλασμός
διαπλάσσω
διαπλαστικός
διαπλατύνω
View word page
διαπίπτω
to fall away, slip away, escape
ShortDef
to fall away, slip away, escape
Debugging
Headword:
διαπίπτω
Headword (normalized):
διαπίπτω
Headword (normalized/stripped):
διαπιπτω
IDX:
21722
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-21723
Key:
Data
{'content': 'to fall away, slip away, escape'}