Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
αἱματόω
αἱματώδης
αἱματωπός
αἱμάτωσις
αἱματώψ
αἱμηρός
Αἰμίλιος
αἱμνίον
αἱμοβαρής
αἱμοβαφής
αἱμοβόρος
αἱμοβότος
αἱμοδαιτέω
αἱμόδιψος
αἱμόδωρον
αἱμόκερχνον
Αἱμονία
Αἱμονιαί
Αἰμονίδης
Αἱμονίδης
αἱμοπτυϊκός
View word page
αἱμοβόρος
blood-sucking, greedy of blood
ShortDef
blood-sucking, greedy of blood
Debugging
Headword:
αἱμοβόρος
Headword (normalized):
αἱμοβόρος
Headword (normalized/stripped):
αιμοβορος
Intro Text:
blood-sucking, greedy of blood
IDX:
2116
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-2117
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "blood-sucking, greedy of blood" }