Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
διαβόρος
διαβόσκω
διαβοστρυχόομαι
διαβουκολέω
διαβουλεύω
διαβούλιον
διαβουνίν
διαβραβεύω
διάβραγχος
διάβρεγμα
διαβρεκτέον
διάβρεξις
διαβρεχής
διαβρέχω
διαβροχή
διαβροχισμός
διάβροχος
διάβρωμα
διάβρωσις
διαβρωτικός
διαβυνέω
View word page
διαβρεκτέον
one must macerate
ShortDef
one must macerate
Debugging
Headword:
διαβρεκτέον
Headword (normalized):
διαβρεκτέον
Headword (normalized/stripped):
διαβρεκτεον
Intro Text:
one must macerate
IDX:
20849
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-20850
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one must macerate" }