Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
δευτερεῖος
δευτερέσχατος
δευτερεύω
δευτεριάζω
δευτερίας
δευτέριος
δευτεροβόλος
δευτερογενής
δευτερόγονος
δευτεροδέομαι
δευτεροκοιτέω
δευτερόλεπτον
δευτερολογέω
δευτερολογία
δευτερολόγος
δευτερονόμιον
δευτεροπάθεια
δευτερόπρωτον
δεύτερος
δευτεροστάτης
δευτεροστολιστής
View word page
δευτεροκοιτέω
to have a bedfellow
ShortDef
to have a bedfellow
Debugging
Headword:
δευτεροκοιτέω
Headword (normalized):
δευτεροκοιτέω
Headword (normalized/stripped):
δευτεροκοιτεω
Intro Text:
to have a bedfellow
IDX:
20549
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-20550
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to have a bedfellow" }