Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
δενδροφορέω
δενδροφορία
δενδροφόρος
δενδροφυέω
δενδροφυής
δενδρόφυτος
δενδρόω
δενδρυάζω
δενδρύφιον
δενδρώδης
δενδρών
δένδρωσις
δενδρῶτις
δεννάζω
δενναστός
δέννος
δεξαμενή
Δεξαμένη
δεξιά
Δεξιάδης
δεξιάζω
View word page
δενδρών
thicket
ShortDef
thicket
Debugging
Headword:
δενδρών
Headword (normalized):
δενδρών
Headword (normalized/stripped):
δενδρων
IDX:
20408
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-20409
Key:
Data
{'content': 'thicket'}