Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

Δέλφειος
Δελφικός
δελφινάριον
δελφινίζω
Δελφίνιον
Δελφίνιος
δελφινίς
δελφινοειδής
δελφινόσημος
δελφινοφόρος
δέλφιξ
Δελφίς
δελφίς
Δελφοί
Δελφός
δέλφος
δελφύς
δέμα
δέμας
δεμελέας
δέμνιον
View word page
δέλφιξ
a tripod

ShortDef

a tripod

Debugging

Headword:
δέλφιξ
Headword (normalized):
δέλφιξ
Headword (normalized/stripped):
δελφιξ
IDX:
20353
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-20354
Key:

Data

{'content': 'a tripod'}