Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

γύμνωσις
γυμνωτέος
γυναικάδελφος
γυναικάνηρ
γυναικεῖος
γυναικεραστέω
γυναικίας
γυναικίζω
γυναικικός
γυναίκισις
γυναικίσκιον
γυναικισμός
γυναικιστί
γυναικόβουλος
γυναικογήρυτος
γυναικοδίδακτος
γυναικοήθης
γυναικοθοίνας
γυναικόθυμος
γυναικοϊέραξ
γυναικόκλωψ
View word page
γυναικίσκιον
young girl

ShortDef

young girl

Debugging

Headword:
γυναικίσκιον
Headword (normalized):
γυναικίσκιον
Headword (normalized/stripped):
γυναικισκιον
IDX:
19589
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-19590
Key:

Data

{'content': 'young girl'}