Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

γόμος
γομοφόρος
γομόω
γομφαλγία
γομφιάζω
γομφίασις
γομφιόδουπος
γομφίος
γομφόδετος
γομφοπαγής
γόμφος
γομφόω
γόμφωμα
γόμφωσις
γομφωτήρ
γομφωτήριον
γομφωτικός
γομφωτός
γόμωσις
γονά
Γονατᾶς
View word page
γόμφος
a bolt

ShortDef

a bolt

Debugging

Headword:
γόμφος
Headword (normalized):
γόμφος
Headword (normalized/stripped):
γομφος
IDX:
19260
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-19261
Key:

Data

{'content': 'a bolt'}