Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γλυκύκρεος
γλυκύλογος
γλυκυμαρίδες
γλυκυμάχανος
γλυκυμείλιχος
γλυκύμηλον
γλυκυμήχανος
γλυκυμυθέω
γλυκύμυθος
γλυκύπαις
γλυκυπάρθενος
γλυκύπικρος
γλυκυπότης
γλυκυπράτιον
γλυκύπυρος
γλυκύρριζα
γλυκύς
γλυκυσίδη
γλύκυσμα
γλυκύστρυφνος
γλυκύτης
View word page
γλυκυπάρθενος
a sweet maid
ShortDef
a sweet maid
Debugging
Headword:
γλυκυπάρθενος
Headword (normalized):
γλυκυπάρθενος
Headword (normalized/stripped):
γλυκυπαρθενος
Intro Text:
a sweet maid
IDX:
19065
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-19066
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a sweet maid" }