Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γλυκυκάλαμον
γλυκυκαρπέω
γλυκύκαρπος
γλυκύκρεος
γλυκύλογος
γλυκυμαρίδες
γλυκυμάχανος
γλυκυμείλιχος
γλυκύμηλον
γλυκυμήχανος
γλυκυμυθέω
γλυκύμυθος
γλυκύπαις
γλυκυπάρθενος
γλυκύπικρος
γλυκυπότης
γλυκυπράτιον
γλυκύπυρος
γλυκύρριζα
γλυκύς
γλυκυσίδη
View word page
γλυκυμυθέω
to speak sweetly
ShortDef
to speak sweetly
Debugging
Headword:
γλυκυμυθέω
Headword (normalized):
γλυκυμυθέω
Headword (normalized/stripped):
γλυκυμυθεω
Intro Text:
to speak sweetly
IDX:
19062
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-19063
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to speak sweetly" }