Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γλυκαντικός
γλύκασμα
γλυκασμός
γλυκέλαιον
γλυκεροστάφυλος
γλυκερόχρως
γλυκίζω
γλυκίνας
γλύκιος
γλυκισμός
γλυκύδακρυς
γλυκυδερκής
γλυκυδρόμος
γλυκύδωρος
γλυκυηχής
γλυκυθυμέω
γλυκυθυμία
γλυκύθυμος
γλυκυκάλαμον
γλυκυκαρπέω
γλυκύκαρπος
View word page
γλυκύδακρυς
causing sweet tears
ShortDef
causing sweet tears
Debugging
Headword:
γλυκύδακρυς
Headword (normalized):
γλυκύδακρυς
Headword (normalized/stripped):
γλυκυδακρυς
Intro Text:
causing sweet tears
IDX:
19044
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-19045
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "causing sweet tears" }