Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γλευκάω
γλεύκινος
γλευκοπότης
γλήνη
γληνοειδής
γλῆνος
γληχωνίτης
γλία
γλῖνος
Γλισᾶς
γλισχραίνομαι
γλισχραντιλογεξεπίτριπτος
γλίσχρασμα
γλισχρεύομαι
γλισχρία
γλισχρολογέομαι
γλισχρολογία
γλίσχρος
γλισχρότης
γλισχρόχολος
γλισχρώδης
View word page
γλισχραίνομαι
to be sticky, lubricated
ShortDef
to be sticky, lubricated
Debugging
Headword:
γλισχραίνομαι
Headword (normalized):
γλισχραίνομαι
Headword (normalized/stripped):
γλισχραινομαι
Intro Text:
to be sticky, lubricated
IDX:
19007
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-19008
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be sticky, lubricated" }