Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γίγγλαρος
γιγγλισμός
γιγγλυμοειδής
γιγγλυμόομαι
γίγγλυμος
γιγγλυμωτός
γιγγράϊνος
γιγγραντός
γίγγρας
γιγγρασμός
γίγνομαι
γιγνώσκω
γιζί
γιλός
γίννος
γινώσκω
γίξαι
Γλάβρος
γλαγάω
γλαγερός
γλαγόεις
View word page
γίγνομαι
become, be born
ShortDef
become, be born
Debugging
Headword:
γίγνομαι
Headword (normalized):
γίγνομαι
Headword (normalized/stripped):
γιγνομαι
IDX:
18932
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-18933
Key:
Data
{'content': 'become, be born'}