Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γηπετής
γηραιός
γήρανσις
γῆρας
γηράσκω
γήρειον
γηροβοσκέω
γηροβοσκία
γηροβοσκός
γηροκομεῖον
γηροκομία
γηροκομικός
γηροκόμος
γηροτροφέω
γηροτρόφιον
γηροτρόφος
γηροφορέω
γηρυγόνη
γηρυγόνος
γήρυμα
Γηρυόνης
View word page
γηροκομία
care of the aged
ShortDef
care of the aged
Debugging
Headword:
γηροκομία
Headword (normalized):
γηροκομία
Headword (normalized/stripped):
γηροκομια
Intro Text:
care of the aged
IDX:
18890
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-18891
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "care of the aged" }