Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γεραστός
γερασφόρος
γερδιοραβδιστής
γερδιός
γερδιών
γερδοποιόν
γερεαφόρος
Γερήνιος
γερηφορία
γεροῖα
γερονταγωγέω
γεροντεία
γερόντειος
γεροντεύω
γεροντίας
γεροντιάω
γεροντικός
γερόντιον
γεροντογρᾴδιο
γεροντοδιδάσκαλος
γεροντοειδής
View word page
γερονταγωγέω
to guide an old man
ShortDef
to guide an old man
Debugging
Headword:
γερονταγωγέω
Headword (normalized):
γερονταγωγέω
Headword (normalized/stripped):
γερονταγωγεω
Intro Text:
to guide an old man
IDX:
18760
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-18761
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to guide an old man" }